Φωτογραφίες: Στάθης Μαμαλάκης. Επιμέλεια: Καλλιόπη Ξηράφη. Μακιγιάζ: Χριστίνα Αγκαθά (effex+). Χτένισμα: Χρήστος Βουρλής.
Σακάκι, Lucifair (angloupas) και μεταλλικό τσόκερ (h&m).
χρόνος σταματά και σε γυρίζει πίσω. Εκείνη είναι πάνω στη σκηνή και γυρίζει σαν σίφουνας, με τα κοντοκουρεμένα μαλλιά της, φορώντας μαύρα κοκάλινα γυαλιά. Ανοίγει τα χέρια της, «με αεροπλάνα και βαπόρια» σιγοτραγουδά. Είναι η Ντίνα Κώνστα και μαζί η Σωτηρία Μπέλλου. Οταν λίγες ημέρες αργότερα χτυπούσα το κουδούνι του διαμερίσματός της στο κέντρο, αναρωτιόμουν ποια γυναίκα θα μου ανοίξει. Η ανέμελη Ντένη Μαρκορά ή η βαριά Σωτηρία Μπέλλου; Στην πόρτα είναι η Ντίνα Κώνστα, φορώντας τζιν και αθλητικά παπούτσια. Θα περάσει το χέρι της μέσα από τα μαλλιά. «Τα έκοψα για τις ανάγκες του ρόλου» θα μου πει. «Δεν τις φοβάμαι τις αλλαγές. Στα μαλλιά μου πάντοτε ξεσπούσα». Θα με οδηγήσει στο σαλόνι. Θα επιμείνει να με κεράσει κάτι. Επειτα θα καθήσει απέναντι, θα ανάψει τσιγάρο και θα αρχίσει να μου μιλά με εκείνη τη ζεστή, βραχνή φωνή της.
Τον αγαπήσατε τον ρόλο της Μπέλλου;
Είναι πειρασμός και ρίσκο να αναμετρηθείς με την Μπέλλου. Δεν μπορείς να την προδώσεις. Τη ξέρουνε. Ερχονται άνθρωποι στο καμαρίνι, μου δείχνουν φωτογραφίες, μου λένε ιστορίες. Μπήκα μια μέρα σε ένα ταξί, που το οδηγούσε γυναίκα. «Να σου πω εγώ για την Μπέλλου» μου λέει. Και μου είπε ιστορίες για τα Σπάτα που έμενε, για την Τασία που της έφαγε τα λεφτά. Στην παράσταση δεν κρύψαμε τίποτα. Τα είπαμε όλα για το μπαρμπούτι, τις γυναίκες, τα πάθη της.
Την είχατε γνωρίσει από κοντά;
Μια φορά στη Θεσσαλονίκη μέναμε στο ίδιο ξενοδοχείο. Γνώριζε τους ιδιοκτήτες και για να περνά η ώρα παρίστανε τη ρεσεψιονίστ. «Δωμάτιο;» ρωτούσε και μας έδινε το κλειδί με πολύ χιούμορ. Δεν ήταν εύκολος άνθρωπος να ανοίξεις παρτίδες μαζί της, όπως θα έλεγε και η ίδια. Με άλλους ηθοποιούς, βέβαια, είχε. Με τη Βουγιουκλάκη, την Καρέζη.
Τα παιδικά σας χρόνια ήταν ευτυχισμένα;
Πολύ. Γεννήθηκα στη Σάμο σε ένα χωριό, δεν είχαμε ηλεκτρικό, ούτε ραδιόφωνο, δεν ήξερα πώς ήταν ο κόσμος. Είχαμε όμως μια σπουδαία βιβλιοθήκη και εγώ ήξερα να διαβάζω από τεσσάρων χρονών. Η αδελφή μου ήταν το καλό παιδί και εγώ ήμουν το αγοροκόριτσο. Γύριζα στα κτήματα σκαρφάλωνα στα δέντρα. Οταν ήμουν επτά χρονών ήρθαμε στην Αθήνα, αλλά τα καλοκαίρια γυρίζαμε στη Σάμο. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τις πανσελήνους, το φεγγαρόδρομο πάνω στη θάλασσα, τις σκιές από τα κυπαρίσσια. Ηταν μια ζωή ελεύθερη, χωρίς έγνοιες.
Χάσατε τον πατέρα σας όταν ήσασταν βρέφος. Η απώλεια αυτή σας καθόρισε;
Οχι, ίσως γιατί δεν τον γνώρισα. Ο αδερφός του ήρθε από το εξωτερικό, όπου ζούσε και ανέλαβε την οικογένεια. Σε πολύ μικρή ηλικία τον έλεγα μάλιστα μπαμπά γιατί άκουγα τα άλλα παιδιά να λένε αυτή τη λέξη. Αργότερα έμαθα ότι ο πατέρας μου ήταν σπουδαίος άνθρωπος, το ίδιο βέβαια ξεχωριστός υπήρξε και ο θείος μου. Ηταν βαθιά ελεύθερος και καταλάβαινε και την δική μου ανάγκη για ανεξαρτησία. Αν και πολύ ζωηρό παιδί, ξύλο δεν έφαγα ποτέ.
Θέλατε από μικρή λοιπόν να γίνετε ηθοποιός;
Ηθελα να γίνω δημοσιογράφος, πολεμικός ανταποκριτής, να κάνω ρεπορτάζ, να φεύγω. Ξεκοκάλιζα τις εφημερίδες, μέχρι και τις κηδείες και τις αγγελίες γάμου διάβαζα. Υπήρχε μια σπουδαία σχολή δημοσιογραφίας στο Βέλγιο. Κάποιος θείος μου υποσχέθηκε να με στείλει, αλλά δεν κράτησε τον λόγο του. Είπα να γίνω ηθοποιός λοιπόν, γιατί ένα φευγιό είναι και αυτό, να αφήνεις πίσω τον εαυτό σου, να ζεις τις ζωές των άλλων.
Βρεθήκατε πολύ μικρή να πρωταγωνιστείτε στη «Φαύστα» του Μπόστ.
Οταν βγήκα από τη σχολή δεν ήξερα άνθρωπο. Από μαθητές όμως, πηγαίναμε στο Βυζάντιο για να βλέπουμε τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Τσαρούχη, μαζευόταν τότε εκεί όλη η διανόηση. Εμείς πίναμε αυτόν τον καφέ που κρατούσε δέκα ώρες και προσπαθούσαμε να καθόμαστε όσο πιο κοντά τους μπορούσαμε, να ακούμε τι λένε. Κολλάγαμε σαν τα παράσιτα. Εκεί εγώ γνώρισα τον Γιώργο Εμιρζά, κάναμε την «Φαύστα» που ήταν η επιτυχία της χρονιάς και έγινε το διαβατήριό μου στο θέατρο.
Κάνατε θυσίες για το θέατρο;
Είναι ένα πολυτελές επάγγελμα. Υπήρχαν εποχές που έφτασα να μην έχω να αγοράσω τσιγάρα. Εχω πει πολλά όχι σε δουλειές, αλλά θα ήθελα να έχω πει περισσότερα. Τώρα σαν τον γάτο προσπαθώ να τα σκεπάσω.
Το χειροκρότημα είναι σπουδαίο για έναν ηθοποιό;
Ο κόσμος θέλει να χειροκροτεί. Εγώ, όμως, νομίζω ότι η παράσταση τελειώνει εκεί που τελειώνει ο λόγος. Το κέρδος είναι όταν καταλαβαίνεις ότι η πλατεία είναι μαζί σου όταν βρίσκεσαι πάνω στο σανίδι. Στο θέατρο έχω παίξει πολλές φορές την πόρνη. Ενα από τα ωραιότερα κομπλιμέντα που έχω ακούσει ήταν από μια γυναίκα: «Κυρία Κώνστα, είστε η καλύτερη πουτάνα που έχω δει στο θέατρο και σας το λέω εγώ, που είμαι».
Ζήσατε ανταγωνισμό;
Δεν είναι πάντα εύκολοι οι άνθρωποι του θεάτρου, υπάρχουν παρέες, αυλές και ρουφιάνοι, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Ενας να υπάρχει, και φέρνει την καταστροφή. Οπως έλεγε και ο Μάνος Κατράκης, «μισώ τους ρουφιάνους, αλλά έλα που δεν μπορώ να τους καταλάβω». Είναι πικρή ιστορία το θέατρο.
Οι ρόλοι της Γιολάντας Ραγιά στο «Δις εξαμαρτείν» και της Ντένης Μαρκορά στους «Δυο ξένους» σάς σημάδεψαν;
Οχι, απλώς ήταν ένα πράγμα που μπορώ να το κάνω καλά. Ξέρετε, είμαι τόσα χρόνια στο θέατρο και άκουσα κάποιους να λένε ότι όντως ήμουν κάποια πλούσια εκκεντρική από το Κολωνάκι που την είδαν οι σκηνοθέτες και την έβαλαν να παίξει. Επειδή, μάλιστα, ούσα Ντένη Μαρκορά, είχα συλληφθεί ως οπαδός του Παναθηναϊκού, οι παναθηναϊκοί ταξιτζήδες μου λένε «πράσινη έτσι;» οι δε ολυμπιακοί «δεν πιστεύω να είστε παναθηναϊκός;». Δεν είμαι τίποτε τους λέω. Μα είναι δυνατόν να σκοτώνονται άνθρωποι για μερικούς που κλωτσάνε μια μπάλα;
Για την επέλαση των τουρκικών σίριαλ τι λέτε;
Πριν από δύο χρόνια είχα παρακολουθήσει μερικά επεισόδια από το «Χίλιες και μία νύχτες». Οι Τούρκοι κάνουν πολύ καλά τη δουλειά τους. Εχουν καταπληκτικούς ηθοποιούς και ξοδεύουν πάρα πολλά, διαφημίζουν ουσιαστικά τη χώρα τους, με τα υπέροχα πλάνα της Πόλης, προσελκύοντας τουρισμό. Εδώ το ωραιότερο επεισόδιο μιας σειράς δεν το γυρίσαμε ποτέ, γιατί είχε πολλά εξωτερικά γυρίσματα. Βέβαια εγώ έχω και πάθος με την Κωνσταντινούπολη. Οπως λέει και ο φίλος μου, ο Γιάννης Ξανθούλης, «η Κωνσταντινούπολη δεν κατακτήθηκε από κανέναν, αυτή κατέκτησε».
Ο έρωτας τι ρόλο έπαιξε στη ζωή σας;
Ο έρωτας είναι πάθος που σημαίνει «πάσχω». Σαν μια δυστυχία με ευτυχισμένες στιγμές. Ισως να φταίω εγώ που ήθελα πάντα το απόλυτο και αυτό το πληρώνεις.
Γι’ αυτό και δεν παντρευτήκατε ποτέ;
Δεν ήθελα ποτέ να έχω δεσμεύσεις γιατί ξέρω καλά τον εαυτό μου. Δεν ήθελα να μπλέξω με τέτοιες ιστορίες.
Το να κάνετε δική σας οικογένεια, παιδιά, δεν σας έλειψε;
Οχι, δεν το μετάνιωσα. Κάλυψα αυτή την ανάγκη μέσω των ανιψιών μου. Δυστυχώς, ο έρωτας μπορεί να αρχίζει την ίδια στιγμή για δύο ανθρώπους, αλλά πάντα ο ένας θα φύγει πρώτος. Βέβαια, δεν φταίει κι αυτός. Είναι τραγικά απλά τα πράγματα. Τόσο κράτησε. Μπορεί να ανέβηκαν στον ίδιο σταθμό, αλλά δεν θα κατέβουν μαζί.
Ερωτας ή φιλία;
Η φιλία είναι σπουδαίο πράγμα. Οι έρωτες περνάνε. Βέβαια και οι φίλοι περνάνε. Απουσίες, προδοσίες. Εκεί είναι που λέει και η Μπέλλου «οι φίλοι, λίγοι πια».
Με τον χρόνο πώς τα πάτε;
Δεν είμαστε φίλοι. Μου αρέσει ίσως αυτή η ωριμότητα που αποκτάς, αλλά το να αλλοιώνονται το σώμα σου, το πρόσωπό σου, το να χάνεις την εμπιστοσύνη στις δυνάμεις σου με θλίβει. Απλά πράγματα, όπως το να κάνεις ταξίδι και να περπατάς όλη μέρα, να είσαι με τις ώρες στη θάλασσα, γίνονται απαγορευτικά και μοναδικός υπεύθυνος είναι αυτός. Δεν φταίμε εμείς. Εχουμε τη διάθεση, αλλά η ζωή είναι πίσω μας.
Σε τι λέτε «όχι»;
Σε αυτή την κατάσταση. Με εξοργίζει, με κάνει θηρίο. Ο,τι δεν κατάφεραν δύο παγκόσμιοι πόλεμοι το κατάφερε το χρήμα. Βέβαια, η ευθύνη είναι και δική μας. Ζήσαμε ανέμελοι και ανυποψίαστοι με δανεικά. Κυρίως, όμως, φταίνε οι πολιτικοί μας. Κάποιοι άνοιξαν την κερκόπορτα.
Παλαιότερα είχατε ασχοληθεί με την πολιτική. Σήμερα θα το κάνατε;
Είχα κατεβεί με την Αριστερά. Μου ζητήθηκε να μπω στα ψηφοδέλτια για να βοηθήσω. Σήμερα δεν θα το έκανα. Συνεχίζω να είμαι αριστερή, αλλά είμαι πολύ απογοητευμένη. Δεν μπορεί μια Αριστερά που πλήρωσε έναν Εμφύλιο, που προδόθηκε, να είναι χωρισμένη με αυτό το αβυσσαλέο μίσος, ειδικά σε τέτοιους επικίνδυνους καιρούς. Δεν μπορείς να βάλεις το κόμμα πάνω από την πατρίδα και τον άνθρωπο.
Τι σας ενοχλεί στους ανθρώπους;
Η βλακεία. Είναι αήττητη. Τον πονηρό τον κουμαντάρεις, τον βλάκα τι να τον κάνεις; Απαλλάσσεται λόγω βλακείας. Ξέρετε, αυτοί οι άνθρωποι έχουν και φοβερή αυτοπεποίθηση. Εγώ συνηθίζω να λέω «πολύ ωραίος τύπος βλάκα, βλάκας με αυτοπεποίθηση».
Η ζωή είναι ένα δράμα ή μια κωμωδία;
Είναι ένα δράμα με κωμικές στιγμές ή μια κωμωδία με δραματικές στιγμές; Δεν έχω καταλήξει. Είναι πίκρα να βλέπεις ανθρώπους να φεύγουν νωρίς, να χάνονται. Αλλά μάλλον θα πω ότι είναι μια κωμωδία με μεγάλη δόση τραγωδίας σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς που ζούμε τώρα. Ενας λαός υπό κατοχή.
– Η παράσταση «Σωτηρία Μπέλλου – Η περιπλανώμενη ζωή μιας ρεμπέτισσας» ανεβαίνει στο θέατρο Κάππα (Κυψέλης 2, τηλ. 210 8831 068) κάθε Δευτέρα και Τρίτη.
Είναι πειρασμός και ρίσκο να αναμετρηθείς με την Μπέλλου. Δεν μπορείς να την προδώσεις. Τη ξέρουνε. Ερχονται άνθρωποι στο καμαρίνι, μου δείχνουν φωτογραφίες, μου λένε ιστορίες. Μπήκα μια μέρα σε ένα ταξί, που το οδηγούσε γυναίκα. «Να σου πω εγώ για την Μπέλλου» μου λέει. Και μου είπε ιστορίες για τα Σπάτα που έμενε, για την Τασία που της έφαγε τα λεφτά. Στην παράσταση δεν κρύψαμε τίποτα. Τα είπαμε όλα για το μπαρμπούτι, τις γυναίκες, τα πάθη της.
Την είχατε γνωρίσει από κοντά;
Μια φορά στη Θεσσαλονίκη μέναμε στο ίδιο ξενοδοχείο. Γνώριζε τους ιδιοκτήτες και για να περνά η ώρα παρίστανε τη ρεσεψιονίστ. «Δωμάτιο;» ρωτούσε και μας έδινε το κλειδί με πολύ χιούμορ. Δεν ήταν εύκολος άνθρωπος να ανοίξεις παρτίδες μαζί της, όπως θα έλεγε και η ίδια. Με άλλους ηθοποιούς, βέβαια, είχε. Με τη Βουγιουκλάκη, την Καρέζη.
Τα παιδικά σας χρόνια ήταν ευτυχισμένα;
Πολύ. Γεννήθηκα στη Σάμο σε ένα χωριό, δεν είχαμε ηλεκτρικό, ούτε ραδιόφωνο, δεν ήξερα πώς ήταν ο κόσμος. Είχαμε όμως μια σπουδαία βιβλιοθήκη και εγώ ήξερα να διαβάζω από τεσσάρων χρονών. Η αδελφή μου ήταν το καλό παιδί και εγώ ήμουν το αγοροκόριτσο. Γύριζα στα κτήματα σκαρφάλωνα στα δέντρα. Οταν ήμουν επτά χρονών ήρθαμε στην Αθήνα, αλλά τα καλοκαίρια γυρίζαμε στη Σάμο. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τις πανσελήνους, το φεγγαρόδρομο πάνω στη θάλασσα, τις σκιές από τα κυπαρίσσια. Ηταν μια ζωή ελεύθερη, χωρίς έγνοιες.
Χάσατε τον πατέρα σας όταν ήσασταν βρέφος. Η απώλεια αυτή σας καθόρισε;
Οχι, ίσως γιατί δεν τον γνώρισα. Ο αδερφός του ήρθε από το εξωτερικό, όπου ζούσε και ανέλαβε την οικογένεια. Σε πολύ μικρή ηλικία τον έλεγα μάλιστα μπαμπά γιατί άκουγα τα άλλα παιδιά να λένε αυτή τη λέξη. Αργότερα έμαθα ότι ο πατέρας μου ήταν σπουδαίος άνθρωπος, το ίδιο βέβαια ξεχωριστός υπήρξε και ο θείος μου. Ηταν βαθιά ελεύθερος και καταλάβαινε και την δική μου ανάγκη για ανεξαρτησία. Αν και πολύ ζωηρό παιδί, ξύλο δεν έφαγα ποτέ.
Θέλατε από μικρή λοιπόν να γίνετε ηθοποιός;
Ηθελα να γίνω δημοσιογράφος, πολεμικός ανταποκριτής, να κάνω ρεπορτάζ, να φεύγω. Ξεκοκάλιζα τις εφημερίδες, μέχρι και τις κηδείες και τις αγγελίες γάμου διάβαζα. Υπήρχε μια σπουδαία σχολή δημοσιογραφίας στο Βέλγιο. Κάποιος θείος μου υποσχέθηκε να με στείλει, αλλά δεν κράτησε τον λόγο του. Είπα να γίνω ηθοποιός λοιπόν, γιατί ένα φευγιό είναι και αυτό, να αφήνεις πίσω τον εαυτό σου, να ζεις τις ζωές των άλλων.
Βρεθήκατε πολύ μικρή να πρωταγωνιστείτε στη «Φαύστα» του Μπόστ.
Οταν βγήκα από τη σχολή δεν ήξερα άνθρωπο. Από μαθητές όμως, πηγαίναμε στο Βυζάντιο για να βλέπουμε τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Τσαρούχη, μαζευόταν τότε εκεί όλη η διανόηση. Εμείς πίναμε αυτόν τον καφέ που κρατούσε δέκα ώρες και προσπαθούσαμε να καθόμαστε όσο πιο κοντά τους μπορούσαμε, να ακούμε τι λένε. Κολλάγαμε σαν τα παράσιτα. Εκεί εγώ γνώρισα τον Γιώργο Εμιρζά, κάναμε την «Φαύστα» που ήταν η επιτυχία της χρονιάς και έγινε το διαβατήριό μου στο θέατρο.
Κάνατε θυσίες για το θέατρο;
Είναι ένα πολυτελές επάγγελμα. Υπήρχαν εποχές που έφτασα να μην έχω να αγοράσω τσιγάρα. Εχω πει πολλά όχι σε δουλειές, αλλά θα ήθελα να έχω πει περισσότερα. Τώρα σαν τον γάτο προσπαθώ να τα σκεπάσω.
Το χειροκρότημα είναι σπουδαίο για έναν ηθοποιό;
Ο κόσμος θέλει να χειροκροτεί. Εγώ, όμως, νομίζω ότι η παράσταση τελειώνει εκεί που τελειώνει ο λόγος. Το κέρδος είναι όταν καταλαβαίνεις ότι η πλατεία είναι μαζί σου όταν βρίσκεσαι πάνω στο σανίδι. Στο θέατρο έχω παίξει πολλές φορές την πόρνη. Ενα από τα ωραιότερα κομπλιμέντα που έχω ακούσει ήταν από μια γυναίκα: «Κυρία Κώνστα, είστε η καλύτερη πουτάνα που έχω δει στο θέατρο και σας το λέω εγώ, που είμαι».
Ζήσατε ανταγωνισμό;
Δεν είναι πάντα εύκολοι οι άνθρωποι του θεάτρου, υπάρχουν παρέες, αυλές και ρουφιάνοι, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Ενας να υπάρχει, και φέρνει την καταστροφή. Οπως έλεγε και ο Μάνος Κατράκης, «μισώ τους ρουφιάνους, αλλά έλα που δεν μπορώ να τους καταλάβω». Είναι πικρή ιστορία το θέατρο.
Οι ρόλοι της Γιολάντας Ραγιά στο «Δις εξαμαρτείν» και της Ντένης Μαρκορά στους «Δυο ξένους» σάς σημάδεψαν;
Οχι, απλώς ήταν ένα πράγμα που μπορώ να το κάνω καλά. Ξέρετε, είμαι τόσα χρόνια στο θέατρο και άκουσα κάποιους να λένε ότι όντως ήμουν κάποια πλούσια εκκεντρική από το Κολωνάκι που την είδαν οι σκηνοθέτες και την έβαλαν να παίξει. Επειδή, μάλιστα, ούσα Ντένη Μαρκορά, είχα συλληφθεί ως οπαδός του Παναθηναϊκού, οι παναθηναϊκοί ταξιτζήδες μου λένε «πράσινη έτσι;» οι δε ολυμπιακοί «δεν πιστεύω να είστε παναθηναϊκός;». Δεν είμαι τίποτε τους λέω. Μα είναι δυνατόν να σκοτώνονται άνθρωποι για μερικούς που κλωτσάνε μια μπάλα;
Για την επέλαση των τουρκικών σίριαλ τι λέτε;
Πριν από δύο χρόνια είχα παρακολουθήσει μερικά επεισόδια από το «Χίλιες και μία νύχτες». Οι Τούρκοι κάνουν πολύ καλά τη δουλειά τους. Εχουν καταπληκτικούς ηθοποιούς και ξοδεύουν πάρα πολλά, διαφημίζουν ουσιαστικά τη χώρα τους, με τα υπέροχα πλάνα της Πόλης, προσελκύοντας τουρισμό. Εδώ το ωραιότερο επεισόδιο μιας σειράς δεν το γυρίσαμε ποτέ, γιατί είχε πολλά εξωτερικά γυρίσματα. Βέβαια εγώ έχω και πάθος με την Κωνσταντινούπολη. Οπως λέει και ο φίλος μου, ο Γιάννης Ξανθούλης, «η Κωνσταντινούπολη δεν κατακτήθηκε από κανέναν, αυτή κατέκτησε».
Ο έρωτας τι ρόλο έπαιξε στη ζωή σας;
Ο έρωτας είναι πάθος που σημαίνει «πάσχω». Σαν μια δυστυχία με ευτυχισμένες στιγμές. Ισως να φταίω εγώ που ήθελα πάντα το απόλυτο και αυτό το πληρώνεις.
Γι’ αυτό και δεν παντρευτήκατε ποτέ;
Δεν ήθελα ποτέ να έχω δεσμεύσεις γιατί ξέρω καλά τον εαυτό μου. Δεν ήθελα να μπλέξω με τέτοιες ιστορίες.
Το να κάνετε δική σας οικογένεια, παιδιά, δεν σας έλειψε;
Οχι, δεν το μετάνιωσα. Κάλυψα αυτή την ανάγκη μέσω των ανιψιών μου. Δυστυχώς, ο έρωτας μπορεί να αρχίζει την ίδια στιγμή για δύο ανθρώπους, αλλά πάντα ο ένας θα φύγει πρώτος. Βέβαια, δεν φταίει κι αυτός. Είναι τραγικά απλά τα πράγματα. Τόσο κράτησε. Μπορεί να ανέβηκαν στον ίδιο σταθμό, αλλά δεν θα κατέβουν μαζί.
Ερωτας ή φιλία;
Η φιλία είναι σπουδαίο πράγμα. Οι έρωτες περνάνε. Βέβαια και οι φίλοι περνάνε. Απουσίες, προδοσίες. Εκεί είναι που λέει και η Μπέλλου «οι φίλοι, λίγοι πια».
Με τον χρόνο πώς τα πάτε;
Δεν είμαστε φίλοι. Μου αρέσει ίσως αυτή η ωριμότητα που αποκτάς, αλλά το να αλλοιώνονται το σώμα σου, το πρόσωπό σου, το να χάνεις την εμπιστοσύνη στις δυνάμεις σου με θλίβει. Απλά πράγματα, όπως το να κάνεις ταξίδι και να περπατάς όλη μέρα, να είσαι με τις ώρες στη θάλασσα, γίνονται απαγορευτικά και μοναδικός υπεύθυνος είναι αυτός. Δεν φταίμε εμείς. Εχουμε τη διάθεση, αλλά η ζωή είναι πίσω μας.
Σε τι λέτε «όχι»;
Σε αυτή την κατάσταση. Με εξοργίζει, με κάνει θηρίο. Ο,τι δεν κατάφεραν δύο παγκόσμιοι πόλεμοι το κατάφερε το χρήμα. Βέβαια, η ευθύνη είναι και δική μας. Ζήσαμε ανέμελοι και ανυποψίαστοι με δανεικά. Κυρίως, όμως, φταίνε οι πολιτικοί μας. Κάποιοι άνοιξαν την κερκόπορτα.
Παλαιότερα είχατε ασχοληθεί με την πολιτική. Σήμερα θα το κάνατε;
Είχα κατεβεί με την Αριστερά. Μου ζητήθηκε να μπω στα ψηφοδέλτια για να βοηθήσω. Σήμερα δεν θα το έκανα. Συνεχίζω να είμαι αριστερή, αλλά είμαι πολύ απογοητευμένη. Δεν μπορεί μια Αριστερά που πλήρωσε έναν Εμφύλιο, που προδόθηκε, να είναι χωρισμένη με αυτό το αβυσσαλέο μίσος, ειδικά σε τέτοιους επικίνδυνους καιρούς. Δεν μπορείς να βάλεις το κόμμα πάνω από την πατρίδα και τον άνθρωπο.
Τι σας ενοχλεί στους ανθρώπους;
Η βλακεία. Είναι αήττητη. Τον πονηρό τον κουμαντάρεις, τον βλάκα τι να τον κάνεις; Απαλλάσσεται λόγω βλακείας. Ξέρετε, αυτοί οι άνθρωποι έχουν και φοβερή αυτοπεποίθηση. Εγώ συνηθίζω να λέω «πολύ ωραίος τύπος βλάκα, βλάκας με αυτοπεποίθηση».
Η ζωή είναι ένα δράμα ή μια κωμωδία;
Είναι ένα δράμα με κωμικές στιγμές ή μια κωμωδία με δραματικές στιγμές; Δεν έχω καταλήξει. Είναι πίκρα να βλέπεις ανθρώπους να φεύγουν νωρίς, να χάνονται. Αλλά μάλλον θα πω ότι είναι μια κωμωδία με μεγάλη δόση τραγωδίας σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς που ζούμε τώρα. Ενας λαός υπό κατοχή.
– Η παράσταση «Σωτηρία Μπέλλου – Η περιπλανώμενη ζωή μιας ρεμπέτισσας» ανεβαίνει στο θέατρο Κάππα (Κυψέλης 2, τηλ. 210 8831 068) κάθε Δευτέρα και Τρίτη.